νομιμοποιημένος
επίθετο1. Αυτός που έχει καταστεί νόμιμος ή του οποίου η νομική υπόσταση έχει ρυθμιστεί και αναγνωριστεί επισήμως από το κράτος.
2. Αυτός που έχει γίνει κοινωνικά, ηθικά ή πολιτικά αποδεκτός, έγκυρος και δικαιολογημένος.
Συνώνυμα
επικυρωμένος αναγνωρισμένος τακτοποιημένος κατοχυρωμένος εγκεκριμένος κυρωμένος εξουσιοδοτημένος θεσμοθετημένος νόμιμος νομότυπος δικαιολογημένος αποδεκτός επίσημος εντεταλμένος θεμιτός
Αντώνυμα
ανομιμοποίητος παράνομος αυθαίρετος ατακτοποίητος ανεπικύρωτος άκυρος παράτυπος ακατοχύρωτος αθέμιτος ανεξουσιοδότητος
Παραδείγματα χρήσης
- Οι νομιμοποιημένοι μετανάστες έχουν πλέον πλήρη πρόσβαση στην αγορά εργασίας και στην κοινωνική ασφάλιση.
- Αγόρασε το διαμέρισμα αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν νομιμοποιημένοι όλοι οι κλειστοί ημιυπαίθριοι χώροι.
- Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι ο αιτών δεν ήταν ο νομιμοποιημένος διάδικος.
- Η νέα κυβέρνηση προσπαθούσε να εμφανιστεί ως η μόνη ιστορικά νομιμοποιημένη ηγεσία της χώρας.