ξεβράκωτος
επίθετο1. Αυτός που δεν φοράει παντελόνι ή εσώρουχο, ο γυμνός από τη μέση και κάτω ή εντελώς ολόγυμνος.
2. (μεταφορικά) Αυτός που βρίσκεται απροστάτευτος, ανέτοιμος και εντελώς εκτεθειμένος απέναντι σε κινδύνους ή απρόοπτα γεγονότα.
Συνώνυμα
ασώβρακος ξεγύμνωτος τσίτσιδος γυμνός ολόγυμνος εκτεθειμένος απροστάτευτος ανοχύρωτος ανυπεράσπιστος αθωράκιστος πάμφτωχος αδέκαρος μπατίρης ακάλυπτος απροετοίμαστος ξυπόλητος ρέστος εξαθλιωμένος
Αντώνυμα
ντυμένος ενδεδυμένος καλυμμένος θωρακισμένος οχυρωμένος προστατευμένος προετοιμασμένος εξοπλισμένος εύπορος πλούσιος
Παραδείγματα χρήσης
- Πετάχτηκε από το κρεβάτι σχεδόν ξεβράκωτος μόλις άκουσε τον συναγερμό να χτυπάει.
- Η ξαφνική οικονομική κρίση βρήκε την επιχείρηση εντελώς ξεβράκωτη και χωρίς αποθεματικά.
- Πήγαν στη συνάντηση ξεβράκωτοι, χωρίς κανένα ουσιαστικό επιχείρημα για να υπερασπιστούν τις θέσεις τους.
- Εμφανίστηκε ένας ξεβράκωτος τυχοδιώκτης και παρίστανε τον επιτυχημένο επενδυτή.