ξεκόβομαι
ρήμα1. Διακόπτω οριστικά τις επαφές, τις σχέσεις ή τη συναναστροφή με κάποιο πρόσωπο, ομάδα ή περιβάλλον· απομακρύνομαι ή αποξενώνομαι.
2. Αποσπώμαι ή αποχωρίζομαι από ένα σύνολο, μένω πίσω ή απομονώνομαι.
Συνώνυμα
αποκόπτομαι αποξενώνομαι απομακρύνομαι απομονώνομαι αποστασιοποιούμαι αποχωρίζομαι αποσπώμαι χάνομαι αποσύρομαι αποσχίζομαι ξεχωρίζω κλείνομαι ξεθεώνομαι τσακίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από τότε που άλλαξε δουλειά και μετακόμισε στην επαρχία, ξεκόπηκε τελείως από την παλιά του παρέα.
- Προσπάθησε να μην ξεκόβεσαι από τους δικούς σου ανθρώπους, όσες υποχρεώσεις κι αν έχεις.
- Κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας, δύο άτομα ξεκόπηκαν από την υπόλοιπη ομάδα και έχασαν το μονοπάτι.
- Ξεκόπηκα στη δουλειά σήμερα με τόσα βαριά κιβώτια που κουβάλησα.