ξεμπλέκομαι
ρήμα1. Απελευθερώνομαι από κάτι στο οποίο έχω μπερδευτεί, πιαστεί ή τυλιχτεί (νήματα, δίχτυα, κλαδιά κ.λπ.).
2. (μεταφορικά) Απαλλάσσομαι από μια δύσκολη, περίπλοκη ή δυσάρεστη κατάσταση, υποχρέωση ή ανεπιθύμητη σχέση.
Συνώνυμα
ξεμπερδεύομαι απεμπλέκομαι αποδεσμεύομαι απαλλάσσομαι απαγκιστρώνομαι ελευθερώνομαι ξεφεύγω γλιτώνω λυτρώνομαι λύνομαι ξεγλιστράω ξεφορτώνομαι αποσπώμαι σώζομαι απομακρύνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθούσε για ώρα να ξεμπλεχτεί από τα αγκαθωτά κλαδιά του φράχτη.
- Επιτέλους ξεμπλέχτηκε από αυτή τη δικαστική διαμάχη που κράτησε χρόνια.
- Δεν είναι εύκολο να ξεμπλέκεσαι όταν έχεις δανειστεί χρήματα από τέτοιους ανθρώπους.
- Τα μαλλιά της είχαν γίνει ένας κόμπος και δυσκολευόταν να ξεμπλεχτεί.