ξεμπερδεύομαι

ρήμα

1. Απαλλάσσομαι από μια δύσκολη, δυσάρεστη ή περίπλοκη κατάσταση, ελευθερώνομαι από δεσμεύσεις ή προβλήματα.

2. (για μαλλιά, κλωστές, σχοινιά κ.λπ.) Λύνομαι, παύω να είμαι μπερδεμένος ή μπλεγμένος σε κόμπους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ευτυχώς κατάφερα και ξεμπερδεύτηκα γρήγορα από εκείνη τη δικαστική διαμάχη.
  • Άσε με να τελειώσω με τα χαρτιά της εφορίας να ξεμπερδεύομαι μια ώρα αρχύτερα.
  • Τα μαλλιά της είχαν γίνει ένας κόμπος και δεν ξεμπερδεύονταν με τίποτα.
  • Μόλις υπογράψεις αυτό το συμβόλαιο, δεν θα είναι καθόλου εύκολο να ξεμπερδευτείς.