στριμώχνομαι
ρήμα1. Πιέζομαι ή χωράω με δυσκολία σε περιορισμένο χώρο ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους ή αντικείμενα.
2. Βρίσκομαι σε εξαιρετικά δύσκολη, αμήχανη ή πιεστική κατάσταση, είτε ψυχολογικά, είτε οικονομικά, είτε σε μια αντιπαράθεση.
Συνώνυμα
συνωστίζομαι στοιβάζομαι πιέζομαι συμπιέζομαι στενεύομαι ζορίζομαι ασφυκτιώ εγκλωβίζομαι παγιδεύομαι σφίγγομαι πνίγομαι δυσκολεύομαι περιορίζομαι τσαλακώνομαι μαζεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στριμωχτήκαμε όλοι στο μικρό ασανσέρ για να μη χρειαστεί να περιμένουμε τον επόμενο γύρο.
- Με τους απανωτούς λογαριασμούς αυτόν τον μήνα έχουμε στριμωχτεί πολύ οικονομικά.
- Όταν ο δημοσιογράφος του έθεσε ευθείες ερωτήσεις για το σκάνδαλο, ο υπουργός στριμώχτηκε και απέφυγε να απαντήσει.
- Μην στριμώχνεσαι τόσο πολύ στην άκρη του καναπέ, έλα πιο κεντρικά να κάτσεις άνετα.