απλώνομαι
ρήμα1. Εκτείνομαι στον χώρο ή σε μια επιφάνεια καταλαμβάνοντας μεγαλύτερη έκταση.
2. Διαδίδομαι, διαχέομαι ή μεταδίδομαι ευρέως.
3. Ξαπλώνω ή κάθομαι άνετα τεντώνοντας το σώμα μου.
Συνώνυμα
εξαπλώνομαι εκτείνομαι επεκτείνομαι διαδίδομαι διαχέομαι ανοίγομαι ξεδιπλώνομαι ξαπλώνομαι τεντώνομαι ξεχύνομαι διασπείρομαι σκορπίζομαι διασκορπίζομαι πλαταίνω φουντώνω στρώνομαι αραδιάζομαι
Αντώνυμα
μαζεύομαι συρρικνώνομαι περιορίζομαι συμπτύσσομαι κουλουριάζομαι στενεύω συγκεντρώνομαι περιστέλλομαι αναδιπλώνομαι συσπειρώνομαι μικραίνω
Παραδείγματα χρήσης
- Από την κορυφή του λόφου, η καταπράσινη πεδιάδα απλωνόταν μέχρι τον ορίζοντα.
- Γύρισε κατάκοπος από το γραφείο και απλώθηκε φαρδύς πλατύς στον καναπέ.
- Ο πυκνός καπνός απλώθηκε σε ολόκληρη τη γειτονιά μέσα σε λίγα λεπτά.
- Πρόσεχε με τα οικονομικά σου και μην απλώνεσαι παραπάνω απ' όσο αντέχει η τσέπη σου.