επεκτείνομαι
ρήμα1. Αυξάνομαι σε έκταση, μέγεθος ή όγκο καταλαμβάνοντας μεγαλύτερο χώρο.
2. Απλώνομαι ή φτάνω σε ένα συγκεκριμένο τοπικό, γεωγραφικό ή χρονικό σημείο.
3. Διαδίδομαι ή εξαπλώνομαι σε περισσότερους τομείς, ομάδες ή δραστηριότητες.
Συνώνυμα
εξαπλώνομαι απλώνομαι εκτείνομαι διευρύνομαι προεκτείνομαι μεγεθύνομαι αναπτύσσομαι μεγαλώνω διαδίδομαι εξακτινώνομαι διαχέομαι πλατειάζω πλαταίνω μακρηγορώ ξεχειλώνω
Αντώνυμα
περιορίζομαι συρρικνώνομαι μαζεύομαι συμπτύσσομαι συστέλλομαι περιστέλλομαι μικραίνω στενεύω μειώνομαι συνοψίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιχείρηση σχεδιάζει να επεκταθεί σύντομα και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.
- Η πόλη επεκτείνεται με ταχείς ρυθμούς προς τα βόρεια προάστια.
- Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε περισσότερο σε αυτή τη λεπτομέρεια, ας μείνουμε στην ουσία.
- Η πυρκαγιά επεκτάθηκε αστραπιαία στο παρακείμενο δάσος εξαιτίας των ισχυρών ανέμων.