διευρύνομαι
ρήμα1. Γίνομαι πιο πλατύς ή ευρύς σε έκταση, διάσταση ή χώρο.
2. Επεκτείνομαι σε περιεχόμενο, πεδίο εφαρμογής, ποικιλία ή δραστηριότητα.
3. Αυξάνομαι σε αριθμό μελών ή στοιχείων που συναποτελούν ένα σύνολο.
Συνώνυμα
πλατύνομαι ευρύνομαι επεκτείνομαι διαστέλλομαι ανοίγω πλαταίνω μεγαλώνω αναπτύσσομαι απλώνομαι εξαπλώνομαι προεκτείνομαι αυξάνομαι διογκώνομαι πληθαίνω γιγαντώνομαι
Αντώνυμα
στενεύω περιορίζομαι συστέλλομαι συρρικνώνομαι συμπτύσσομαι μικραίνω μαζεύομαι κλείνω μειώνομαι ελαττώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δρόμος διευρύνεται μετά τη στροφή για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των οχημάτων.
- Με το νέο πρόγραμμα σπουδών, οι επαγγελματικοί ορίζοντες των αποφοίτων διευρύνονται σημαντικά.
- Οι κόρες των ματιών του διευρύνθηκαν απότομα μόλις μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο.
- Η ερευνητική ομάδα διευρύνθηκε με την προσθήκη νέων επιστημόνων από το εξωτερικό.