διασπείρομαι
ρήμα1. Σκορπίζομαι, απλώνομαι ή κατανέμομαι σε διαφορετικά σημεία ενός χώρου.
2. Εξαπλώνομαι, κυκλοφορώ ή μεταδίδομαι ευρέως (για φήμες, πληροφορίες, ασθένειες ή ουσίες).
Συνώνυμα
διασκορπίζομαι διασκορπώμαι σκορπίζομαι εξαπλώνομαι διαδίδομαι διαχέομαι διαχύνομαι απλώνομαι μεταδίδομαι ξεχύνομαι διαμοιράζομαι κυκλοφορώ κατακερματίζομαι επιμερίζομαι αραιώνω
Αντώνυμα
συγκεντρώνομαι συσπειρώνομαι συναθροίζομαι μαζεύομαι συσσωρεύομαι συμπυκνώνομαι περιορίζομαι επικεντρώνομαι ενώνομαι περιστέλλομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Οι στρατιώτες διασπάρηκαν στο δάσος για να αποφύγουν τα εχθρικά πυρά.
- Ψευδείς ειδήσεις διασπείρονται με μεγάλη ταχύτητα μέσω του διαδικτύου.
- Τοξικά σωματίδια διασπάρηκαν στην ατμόσφαιρα αμέσως μετά την έκρηξη στο εργοστάσιο.
- Το πλήθος διασπειρόταν στα γύρω στενά μόλις άρχισε η δυνατή βροχή.