επικεντρώνομαι

ρήμα

1. Στρέφω την προσοχή, τις δυνάμεις ή το ενδιαφέρον μου αποκλειστικά σε ένα συγκεκριμένο θέμα, στόχο ή πρόσωπο.

2. Έχω ως κύριο άξονα, επίκεντρο ή βασικό αντικείμενο αναφοράς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

διασπώμαι αποσπώμαι αποπροσανατολίζομαι σκορπίζομαι διαχέομαι παρεκκλίνω ξεφεύγω απομακρύνομαι πλατειάζω αδιαφορώ

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρέπει να επικεντρωθούμε στα ουσιαστικά προβλήματα της επιχείρησης και όχι στις λεπτομέρειες.
  • Η νέα επιστημονική μελέτη επικεντρώνεται στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
  • Δυσκολεύομαι να επικεντρωθώ στο διάβασμα όταν υπάρχει τόση φασαρία γύρω μου.
  • Το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων επικεντρώθηκε στις δηλώσεις του πρωθυπουργού.