εστιάζομαι

ρήμα

1. Συγκεντρώνεται η προσοχή, το ενδιαφέρον ή η δραστηριότητα σε ένα συγκεκριμένο θέμα, στόχο ή σημείο.

2. Ρυθμίζεται οπτικό σύστημα ή φακός ώστε να σχηματίζεται καθαρή και ευκρινής εικόνα στην εστία.

Συνώνυμα

επικεντρώνομαι συγκεντρώνομαι προσηλώνομαι προσανατολίζομαι εντοπίζομαι στρέφομαι κεντράρομαι περιορίζομαι αφοσιώνομαι απορροφώμαι κατευθύνομαι συμπυκνώνομαι εδράζομαι ρυθμίζομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συζήτηση εστιάστηκε στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η επιχείρηση.
  • Ο φακός του μικροσκοπίου δεν μπορεί να εστιαστεί εύκολα σε αυτή τη μεγέθυνση.
  • Το ενδιαφέρον των επιστημόνων εστιάζεται στην ανακάλυψη νέων θεραπειών.
  • Η σεισμική δραστηριότητα εστιάζεται σε θαλάσσια περιοχή νότια της Κρήτης.