ασφυκτιώ

ρήμα

1. Παρουσιάζω έντονη δυσκολία στην αναπνοή λόγω έλλειψης οξυγόνου, καπνού ή παθολογικής απόφραξης των αναπνευστικών οδών.

2. Νιώθω έντονη ψυχική πίεση, δυσφορία ή καταπίεση σε ένα περιοριστικό περιβάλλον ή σχέση.

Συνώνυμα

πνίγομαι αποπνίγομαι σκάω δυσφορώ πιέζομαι καταπιέζομαι ζορίζομαι στριμώχνομαι δυσπνοώ ασθμαίνω λαχανιάζω στενεύομαι υποφέρω βασανίζομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Άνοιξε γρήγορα το παράθυρο γιατί ασφυκτιώ από τον καπνό.
  • Ο νέος δημιουργός ασφυκτιούσε μέσα στο συντηρητικό περιβάλλον του χωριού του.
  • Τα επείγοντα περιστατικά των νοσοκομείων ασφυκτιούν υπό το βάρος των διαδοχικών εισαγωγών.
  • Η μικρή επιχείρηση ασφυκτιά εξαιτίας της υπέρμετρης φορολογίας και της έλλειψης ρευστότητας.