ανασαίνω
ρήμα1. Εισπνέω και εκπνέω αέρα, επιτελώ τη λειτουργία της αναπνοής.
2. Απαλλάσσομαι από ένταση, κούραση, οικονομική ή ψυχική πίεση, βρίσκω ανακούφιση.
3. Βρίσκομαι στη ζωή, ζω, υπάρχω.
Συνώνυμα
αναπνέω πνέω εισπνέω ανακουφίζομαι ξαλαφρώνω ξεκουράζομαι αναζωογονούμαι ζω ησυχάζω ξεφυσώ λαχανιάζω αγκομαχώ ξεσκάω συνέρχομαι επιβιώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άνοιξε λίγο το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας, γιατί δεν μπορώ να ανασάνω.
- Μόλις εξόφλησε το δάνειο, επιτέλους ανάσανε οικονομικά μετά από τόσα χρόνια.
- Έτρεξε τόσο γρήγορα που ανασαίνει βαριά και δεν μπορεί καν να μιλήσει.
- Όσο ανασαίνω, θα παλεύω για την οικογένειά μου.