ξεπλένω
ρήμα1. Ρίχνω άφθονο καθαρό νερό σε κάτι πλυμένο για να απομακρύνω τα υπολείμματα σαπουνιού ή απορρυπαντικού.
2. Καθαρίζω επιφανειακά ή πρόχειρα με τρεχούμενο νερό.
3. (μεταφορικά) Απαλλάσσω ή καθαρίζω κάποιον από ντροπή, αμαρτία, κατηγορία ή προσβολή.
Συνώνυμα
ξεβγάζω αποπλένω πλένω καθαρίζω εξαγνίζω εξιλεώνω καθαίρω εξαλείφω νομιμοποιώ αποκαθιστώ απαλλάσσω σβήνω λευκαίνω λούζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αφού λούσεις τα μαλλιά σου, πρέπει να τα ξεπλύνεις καλά με άφθονο νερό.
- Προσπάθησε για χρόνια να ξεπλύνει την ντροπή που είχε προκαλέσει στην οικογένειά του.
- Η αστυνομία εξάρθρωσε σπείρα που ξεπλένει παράνομα έσοδα μέσω εικονικών επιχειρήσεων.
- Πριν βάλεις τα πιάτα στο πλυντήριο, ξέπλυνέ τα λιγάκι κάτω από τη βρύση.