ξεφαντώνω
ρήμα1. Διασκεδάζω έντονα και ξέφρενα, συμμετέχω σε γλέντι ή πανηγύρι με φασαρία, τραγούδι, χορό και υπερβολική χαρά, συχνά μέχρι αργά τη νύχτα.
Συνώνυμα
γλεντάω γλεντίζω διασκεδάζω ξεσαλώνω παρτάρω αφηνιάζω ξεσκίζομαι χορεύω ευφραίνομαι πανηγυρίζω μεθάω ξενυχτάω αγαλλιάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χθες το βράδυ εμείς ξεφαντώσαμε μέχρι το πρωί.
- Η Μαρία ξεφαντώνει πάντα στους γάμους.
- Μετά τη νίκη της ομάδας, οι οπαδοί ξεφαντώνουν στους δρόμους.
- Το Σαββατοκύριακο θέλω να ξεφαντώσω και να ξεχάσω τις έγνοιες.
- Με τόσα χρήματα που ξόδεψε, φάνηκε πως πραγματικά ξεφάντωσε.