ξεφτιλίζω
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον έντονη ντροπή και ταπείνωση μπροστά σε άλλους, μειώνοντας το κύρος και την αξιοπρέπειά του.
2. Εκθέτω ή απαξιώνω κάποιον δημόσια, κάνοντάς τον να φαίνεται ανίκανος ή γελοίος.
3. Κάνω κάτι να χάσει αξία ή σεβασμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προπονητής είπε ότι ο αντίπαλος δεν θα τους ξεφτιλίσει στο γήπεδο.
- Με την ανάρτησή του προσπάθησε να ξεφτιλίσει τον συνάδελφό του μπροστά σε όλους.
- Δεν θέλω να ξεφτιλιστώ επειδή έκανα ένα μικρό λάθος.
- Η ομάδα ξεφτιλίστηκε με εκείνη τη βαριά ήττα.
- Μην τον κοροϊδεύεις έτσι, θα τον ξεφτιλίσεις.