παραλλάσσω
ρήμα1. Μεταβάλλω ελαφρώς τη μορφή, τη δομή ή το περιεχόμενο ενός κειμένου, μιας μελωδίας ή ενός έργου, εισάγοντας παραλλαγές.
2. Παρουσιάζω αποκλίσεις ή διαφοροποιήσεις, διαφέρω ως προς ορισμένα στοιχεία σε σχέση με κάτι άλλο ή ανάμεσα σε εκδοχές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συνθέτης πήρε ένα απλό παραδοσιακό θέμα και το παράλλαξε με εξαιρετική δεξιοτεχνία.
- Οι καταθέσεις των μαρτύρων παραλλάσσουν σε ορισμένες κρίσιμες λεπτομέρειες του συμβάντος.
- Προσπάθησε να παραλλάξει τα λόγια του για να μην γίνει άμεσα αντιληπτή η πρόθεσή του.
- Το πλοίο παράλλαξε το ακρωτήριο και μπήκε σε πιο απάνεμα νερά.