πολυσύχναστος
επίθετοΠου συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό επισκεπτών ή περαστικών, στον οποίο παρατηρείται συνεχής κίνηση και παρουσία πολλών ανθρώπων.
Συνώνυμα
κοσμοσύχναστος κοσμοβριθής πολύβουος πολυάνθρωπος πολυπληθής δημοφιλής γεμάτος πολυκίνητος πολυθόρυβος κατάμεστος ασφυκτικός κεντρικός περιζήτητος ζωντανός κοσμοπλημμυρισμένος
Αντώνυμα
ασύχναστος έρημος ερημικός απόμερος απομονωμένος απόκεντρος ήσυχος μοναχικός απάτητος ξεχασμένος ακατοίκητος
Παραδείγματα χρήσης
- Η οδός Ερμού είναι ένας από τους πιο πολυσύχναστους εμπορικούς δρόμους της πρωτεύουσας.
- Το καλοκαίρι προτιμώ απομονωμένους κολπίσκους και αποφεύγω τις πολυσύχναστες πλαζ.
- Το μαγαζί ήταν ιδιαίτερα πολυσύχναστο, με αποτέλεσμα να δυσκολευτούμε να βρούμε ελεύθερο τραπέζι.
- Δεν της άρεσαν καθόλου τα πολυσύχναστα μέρη, καθώς η πολυκοσμία τής προκαλούσε εκνευρισμό.