προμελετημένα

επίρρημα

1. Με προηγούμενη μελέτη, σχεδιασμό και προετοιμασία, χωρίς να αφήνεται περιθώριο στον αυτοσχεδιασμό.

2. Με πρόθεση, δόλο ή συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

απρομελέτητα απροσχεδίαστα αυθόρμητα τυχαία ακούσια αστόχαστα αβασάνιστα ασυνείδητα αυτοσχέδια ανεπιτήδευτα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι δράστες κινήθηκαν προμελετημένα, γνωρίζοντας ακριβώς πότε θα άλλαζε η βάρδια των φυλάκων.
  • Δεν επρόκειτο για αυθόρμητη αντίδραση, αλλά για μια προμελετημένα διατυπωμένη δήλωση.
  • Όλα όσα συνέβησαν στη συνεδρίαση είχαν στηθεί προμελετημένα από την προηγούμενη ημέρα.
  • Απέφυγε προμελετημένα να αναφέρει το όνομά του για να μη δημιουργήσει εντάσεις.