προσωρινώς

επίρρημα

Για περιορισμένο χρονικό διάστημα, όχι μόνιμα· για την ώρα ή ως μεταβατική λύση.

Συνώνυμα

προσωρινά προσκαίρως πρόσκαιρα παροδικώς παροδικά εφημέρως εφήμερα βραχυπρόθεσμα βραχύχρονα μεταβατικά πρόχειρα εκτάκτως στιγμιαία συγκυριακά σύντομα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κατάστημα θα παραμείνει προσωρινώς κλειστό λόγω εργασιών ανακαίνισης.
  • Διέμεινε προσωρινώς στο σπίτι ενός φίλου του μέχρι να βρει δικό του διαμέρισμα.
  • Η κυκλοφορία στην εθνική οδό διεκόπη προσωρινώς εξαιτίας έντονης χιονόπτωσης.
  • Ανέλαβε προσωρινώς τα καθήκοντα της διεύθυνσης έως ότου ολοκληρωθεί ο διαγωνισμός.