ρηχότητα

ουσιαστικό

1. Το μικρό βάθος υδάτινου σώματος, κοιλώματος ή επιφάνειας.

2. Η έλλειψη πνευματικού, συναισθηματικού ή ηθικού βάθους· η επιφανειακή και αστόχαστη προσέγγιση ανθρώπων, ιδεών ή καταστάσεων.

Συνώνυμα

επιφανειακότητα επιπολαιότητα αβαθότητα ελαφρότητα κουφότητα ρηχαδιά κουφοκεφαλιά ασημαντότητα μικρόνοια προχειρότητα απλοϊκότητα στενότητα ευτέλεια

Αντώνυμα

βάθος βαθύτητα εμβρίθεια ουσία σοβαρότητα στοχαστικότητα βαρύτητα πληρότητα περιεκτικότητα πνευματικότητα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ρηχότητα των νερών σε αυτό το σημείο του κόλπου δεν επιτρέπει τον ελλιμενισμό μεγάλων σκαφών.
  • Με απογοήτευσε η ρηχότητα των επιχειρημάτων του κατά τη διάρκεια της τηλεοπτικής συζήτησης.
  • Πίσω από την εντυπωσιακή του εμφάνιση κρυβόταν μια ανυπόφορη συναισθηματική ρηχότητα.
  • Οι κριτικοί λογοτεχνίας επισήμαναν τη ρηχότητα στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του νέου μυθιστορήματος.