σπαστά
επίρρημα1. Με διακοπές, δυσκολία και χωρίς ευχέρεια, με ατελή προφορά ή γνώση (κυρίως για χρήση γλώσσας).
2. Με ελαφρούς κυματισμούς, όχι εντελώς ίσια ούτε πολύ κατσαρά (για κόμμωση ή τρίχωμα).
Συνώνυμα
διακεκομμένα κομπιαστά διακοπτόμενα ψελλιστά τραυλά αποσπασματικά ασυνεχώς κυματιστά συλλαβιστά ελλιπώς ατελώς διαλειμματικά διστακτικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παρόλο που ζει χρόνια στο εξωτερικό, μιλάει ακόμα σπαστά τη γλώσσα.
- Τα μαλλιά της δεν είναι ούτε ίσια ούτε σγουρά, πέφτουν σπαστά στους ώμους.
- Η φωνή του ακουγόταν σπαστά στο τηλέφωνο εξαιτίας του κακού σήματος.
- Τις τελευταίες μέρες κοιμάται σπαστά και ξυπνάει κουρασμένος.