στοχοποίηση
ουσιαστικό1. Η υπόδειξη ή μετατροπή προσώπου, κοινωνικής ομάδας ή οντότητας σε αντικείμενο επίθεσης, εχθρότητας, δυσμενούς κριτικής ή διώξεων.
2. Ο καθορισμός και η εστίαση σε συγκεκριμένους στόχους ή κοινό στο πλαίσιο ενός στρατηγικού σχεδιασμού.
Συνώνυμα
στόχευση στοχοθεσία ενοχοποίηση θυματοποίηση δακτυλοδειξία εστίαση επικέντρωση διαπόμπευση αποδιοπόμπηση διωγμός καταδίωξη διασυρμός κατατρεγμός προσανατολισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δημόσια στοχοποίηση του δημοσιογράφου προκάλεσε την άμεση παρέμβαση των αρμόδιων αρχών.
- Οι οργανώσεις καταγγέλλουν τη συστηματική στοχοποίηση των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.
- Στη νέα καμπάνια δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη σωστή στοχοποίηση του νεανικού κοινού.
- Ο πολιτικός έκανε λόγο για προσωπική στοχοποίησή του από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.