συγκατάβαση
ουσιαστικό1. Επιείκεια, ανοχή και κατανόηση απέναντι στις αδυναμίες, στα σφάλματα ή στις απαιτήσεις των άλλων.
2. Προσποιητή ή υπεροπτική επιείκεια εκ μέρους κάποιου που θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο, συνοδευόμενη συχνά από διάθεση προστατευτικότητας.
Συνώνυμα
επιείκεια συγκαταβατικότητα ανοχή κατανόηση ανεκτικότητα υποχωρητικότητα διαλλακτικότητα μακροθυμία ευμένεια συγχωρητικότητα συμβιβαστικότητα πραότητα συμπόνια συγκατάθεση αβρότητα
Αντώνυμα
αυστηρότητα αδιαλλαξία αδιαλλακτικότητα ανυποχωρητικότητα ακαμψία σκληρότητα απολυτότητα απηνεία αναλγησία
Παραδείγματα χρήσης
- Αντιμετώπισε τα λάθη των νέων συνεργατών του με αξιοσημείωτη συγκατάβαση και υπομονή.
- Δεν άντεχε το ύφος του διευθυντή, που ήταν γεμάτο υπεροψία και προσποιητή συγκατάβαση.
- Για να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις, απαιτείται αμοιβαία συγκατάβαση από όλες τις πλευρές.