συγκινώ
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον έντονη συναισθηματική αντίδραση, που συχνά εκφράζεται με δάκρυα, σιωπή ή εσωτερική αναστάτωση.
2. Διαπερνώ συναισθηματικά ακροατήριο ή άτομο μέσω λόγου, τέχνης ή πράξης, κάνοντας τα συναισθήματά τους πιο έντονα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν τραγουδάω, λένε πως συγκινώ το ακροατήριο.
- Μου είπαν ότι με το γράμμα μου συγκινώ τη φίλη μου.
- Λένε ότι συγκινώ εύκολα όταν βλέπω παλιές φωτογραφίες.
- Δεν περίμενα ότι οι λέξεις μου συγκινώ τόσο πολλούς ανθρώπους.
- Προσπαθώ να γράφω με τρόπο που συγκινώ τους αναγνώστες.