συμμαχώ

ρήμα

1. Συνάπτω συμμαχία με κράτος, λαό ή παράταξη για κοινή δράση, άμυνα ή πόλεμο.

2. Ενώνω τις δυνάμεις μου με κάποιον, συμπράττω ή συνεργάζομαι στενά για την επίτευξη κοινού σκοπού.

3. (μεταφορικά) Λειτουργώ ευνοϊκά προς όφελος κάποιου, συντρέχω ή βοηθώ.

Συνώνυμα

συνασπίζομαι συμπράττω συντάσσομαι συσπειρώνομαι συμπλέω συνεργάζομαι ενώνομαι συνεταιρίζομαι συνενώνομαι συντρέχω συναδελφώνομαι συνεπικουρώ ομονοώ συνεννοούμαι βοηθώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα δύο κράτη αποφάσισαν να συμμαχήσουν για να αντιμετωπίσουν την κοινή απειλή.
  • Οι δύο παρατάξεις συμμάχησαν προκειμένου να κερδίσουν τις εκλογές.
  • Ακόμα και ο καιρός συμμάχησε μαζί μας και η εκδρομή στέφθηκε με επιτυχία.
  • Δεν περίμενα ποτέ ότι θα συμμαχούσε με τους παλιούς του αντιπάλους.