συνεργατικότητα
ουσιαστικό1. Η διάθεση, ετοιμότητα ή ικανότητα ενός ατόμου να συμπράττει και να δουλεύει αρμονικά με άλλους για την επίτευξη κοινού σκοπού.
Συνώνυμα
ομαδικότητα συνεργασιμότητα σύμπνοια συναδελφικότητα συλλογικότητα αλληλεγγύη συνεργασία συνέργεια συντροφικότητα αλληλοβοήθεια συμπόρευση ομοψυχία συνεννόηση συμπραξία αλληλοϋποστήριξη
Αντώνυμα
ατομικισμός ασυνεργασία ανταγωνιστικότητα εγωκεντρισμός απομονωτισμός ανταγωνισμός ασυνεννοησία διχόνοια μοναχικότητα ιδιοτέλεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνεργατικότητα μεταξύ των μελών της ομάδας ήταν το βασικό κλειδί για την επιτυχία του έργου.
- Στο σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον, η συνεργατικότητα θεωρείται μία από τις πιο περιζήτητες δεξιότητες.
- Το σχολείο οφείλει να καλλιεργεί τη συνεργατικότητα αντί να ενισχύει τον στείρο ανταγωνισμό.
- Η έλλειψη συνεργατικότητας ανάμεσα στα διαφορετικά τμήματα δημιούργησε σοβαρές καθυστερήσεις στην παραγωγή.