συντεταγμένα
επίρρημα1. Με οργανωμένο, πειθαρχημένο και συντονισμένο τρόπο, ακολουθώντας ορισμένη τάξη ή σχέδιο.
2. Με ενότητα, σύμπνοια και ομοιομορφία ως σύνολο.
Συνώνυμα
οργανωμένα συντονισμένα πειθαρχημένα συγκροτημένα μεθοδικά δομημένα ευτάκτως τακτικά συλλογικά προγραμματισμένα ενιαία αρμονικά ενωμένα συγκεντρωμένα νοικοκυρεμένα
Αντώνυμα
ασύντακτα άτακτα ανοργάνωτα ασυντόνιστα απείθαρχα χαοτικά σπασμωδικά σκόρπια ακατάστατα ανοικοκύρευτα ανεξέλεγκτα αποσπασματικά
Παραδείγματα χρήσης
- Οι διαδηλωτές αποχώρησαν συντεταγμένα από τον χώρο της συγκέντρωσης.
- Το κόμμα οφείλει να προχωρήσει συντεταγμένα προς το συνέδριο, αποφεύγοντας την εσωστρέφεια.
- Οι στρατιωτικές δυνάμεις υποχώρησαν συντεταγμένα χωρίς να υποστούν απώλειες.
- Αν κινηθούμε συντεταγμένα και με κοινό σχέδιο, θα αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την κρίση.