τιμώ
ρήμα1. Εκδηλώνω σεβασμό και τιμή προς κάποιον, αποδίδοντάς του αναγνώριση, ευγένεια ή δημόσια διάκριση λόγω της αξίας, της θέσης ή των πράξεών του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πάντα τιμώ τους γονείς μου για την αμέριστη υποστήριξή τους.
- Στη γιορτή του δήμου τιμώ τους παλιούς ήρωες με μικρή τελετή.
- Στη δουλειά τιμώ την ειλικρίνεια περισσότερο από τις κολακείες.
- Στο παζάρι τιμώ αυτό το χειροποίητο καλάθι στα δέκα ευρώ.
- Δεν τιμώ όσους προδίδουν την εμπιστοσύνη των άλλων.