υπαίθριος
επίθετο1. Που βρίσκεται, διαδραματίζεται ή λειτουργεί σε ανοιχτό, μη στεγασμένο χώρο, κάτω από τον ουρανό.
2. Που σχετίζεται με την εξοχή ή με δραστηριότητες στη φύση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καλοκαίρι προτιμούμε να παρακολουθούμε ταινίες σε υπαίθριους κινηματογράφους.
- Η συναυλία πραγματοποιήθηκε σε έναν μεγάλο υπαίθριο χώρο δίπλα στη θάλασσα.
- Κάθε πρωί στήνεται στην πλατεία μια πολύχρωμη υπαίθρια αγορά με φρέσκα φρούτα.
- Οι υπαίθριες δραστηριότητες, όπως η πεζοπορία στο βουνό, προσφέρουν σημαντική ευεξία.