υπερτερώ

ρήμα

1. Είμαι ανώτερος από κάποιον ή κάτι άλλο ως προς τις ικανότητες, τη δύναμη, την ποιότητα ή την αξία.

2. Υπάρχω σε μεγαλύτερο αριθμό, ποσότητα ή αναλογία σε σχέση με κάτι άλλο.

Συνώνυμα

υπερέχω πλεονεκτώ υπερισχύω κατισχύω ξεπερνώ επικρατώ προηγούμαι υπερβαίνω νικώ πρωτεύω πλειοψηφώ υπερακοντίζω υπερφαλαγγίζω πλεονάζω προεξάρχω διακρίνομαι αριστεύω

Αντώνυμα

υστερώ μειονεκτώ υπολείπομαι ηττώμαι χάνω μειοψηφώ υποκύπτω καταβάλλομαι υποχωρώ

Παραδείγματα χρήσης

  • Στον τελικό του πρωταθλήματος, η ομάδα μας υπερτερούσε σαφώς σε ταχύτητα και αντοχή.
  • Τα θετικά της συγκεκριμένης επένδυσης υπερτερούν κατά πολύ των πιθανών κινδύνων.
  • Στο πανεπιστημιακό αυτό τμήμα, οι φοιτήτριες υπερτερούν αριθμητικά των ανδρών συναδέλφων τους.
  • Μετά από σκληρή διαπραγμάτευση, κατάφερε να υπερτερήσει και να επιβάλει τους όρους του.