πλεονεκτώ
ρήμα1. Έχω πλεονέκτημα, υπεροχή ή ευνοϊκότερη θέση σε σύγκριση με άλλον.
2. Επιδεικνύω πλεονεξία, ιδιοτελή διάθεση να κερδίσω περισσότερα εις βάρος των άλλων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στον τομέα της τεχνολογίας, η εταιρεία μας πλεονεκτεί σημαντικά έναντι του ανταγωνισμού.
- Παρότι ήταν νεότερος, πλεονεκτούσε σε εμπειρία και ψυχραιμία στα κρίσιμα σημεία του αγώνα.
- Το συγκεκριμένο μοντέλο αυτοκινήτου πλεονεκτεί σαφώς ως προς την κατανάλωση καυσίμου.
- Δεν ένιωσε ποτέ ότι πλεονεκτούσε απέναντι στους συναδέλφους του, παρά τις ανώτερες σπουδές του.