χειροκροτώ
ρήμα1. Χτυπώ ρυθμικά και επαναλαμβανόμενα τις παλάμες μεταξύ τους για να εκδηλώσω επιδοκιμασία, θαυμασμό, ικανοποίηση ή χαρά.
2. Επιδοκιμάζω, επιβραβεύω ή υποστηρίζω ένθερμα μια πράξη, στάση ή απόφαση.
Συνώνυμα
παλαμοκροτώ επικροτώ επιδοκιμάζω επευφημώ επιβραβεύω αποθεώνω ζητωκραυγάζω επαινώ εγκωμιάζω συγχαίρω εξυμνώ χαιρετίζω παινεύω δοξάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κοινό σηκώθηκε όρθιο και χειροκρότησε θερμά τους συντελεστές της παράστασης.
- Οι φίλαθλοι δεν σταμάτησαν να χειροκροτούν την ομάδα τους παρά την ήττα.
- Η διεθνής κοινότητα έσπευσε να χειροκροτήσει την υπογραφή της ειρηνευτικής συμφωνίας.
- Αντί να εκφράσει αντιρρήσεις, η επιτροπή χειροκρότησε την πρόταση για τις περιβαλλοντικές μεταρρυθμίσεις.