χωρίζομαι
ρήμα1. Διακόπτεται η κοινή παρουσία ή πορεία δύο ή περισσότερων προσώπων ή πραγμάτων, με αποτέλεσμα να κινούνται ή να παραμένουν χωριστά.
Συνώνυμα
διαχωρίζομαι διαιρούμαι αποχωρίζομαι διαλύομαι σπάω σκορπίζομαι ξεχωρίζομαι αποσχίζομαι απομακρύνομαι αποχωρώ τελειώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από πολλά χρόνια σχέσης, τελικά χωρίστηκα από τον σύντροφό μου.
- Όταν τσακωθούμε, συνήθως χωριζόμαστε προσωρινά για να ηρεμήσουμε.
- Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία κεφάλαια, το καθένα με ξεχωριστό θέμα.
- Στο εργαστήριο, χωριζόμαστε σε μικρές ομάδες των τεσσάρων.
- Κατά τη μίτωση, το κύτταρο χωρίζεται στα δύο.
- Από την παιδική ηλικία, φοβόμουν να χωρίζομαι από τους γονείς μου.