αδόκιμος
επίθετο1. (Για λέξη, έκφραση ή γλωσσικό τύπο) Που δεν είναι αποδεκτός, ορθός ή καθιερωμένος στη γλωσσική χρήση σύμφωνα με τους κανόνες της γραμματικής ή του ύφους.
Συνώνυμα
ακατάλληλος εσφαλμένος ανάρμοστος αταίριαστος απρόσφορος ανορθόδοξος αντικανονικός λάθος άκυρος ανεπιτυχής παράτυπος ασυνήθιστος άκαιρος κακότεχνος αμφίβολος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χρήση της συγκεκριμένης λέξης σε επίσημο κείμενο θεωρείται αδόκιμη.
- Επέλεξε έναν αδόκιμο όρο για να περιγράψει το φαινόμενο, με αποτέλεσμα να προκληθεί σύγχυση.
- Η τακτική που ακολουθήθηκε κρίθηκε τελικά αδόκιμη και αναποτελεσματική.
- Αν και η διατύπωση είναι γραμματικά αδόκιμη, συναντάται συχνά στον καθημερινό προφορικό λόγο.