ανέμπνευστος

επίθετο

1. Που στερείται έμπνευσης, δημιουργικής διάθεσης ή πρωτοτυπίας.

2. Που χαρακτηρίζεται από κοινοτοπία, μονοτονία ή έλλειψη φαντασίας και ζωντάνιας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σκηνοθέτης παρέδωσε μια ανέμπνευστη ταινία γεμάτη κλισέ και προβλέψιμες σκηνές.
  • Ένιωθε εντελώς ανέμπνευστος και δεν μπορούσε να γράψει ούτε μία γραμμή για το νέο του μυθιστόρημα.
  • Η ομάδα έκανε ένα ανέμπνευστο παιχνίδι χωρίς φαντασία στις επιθέσεις της.
  • Η διακόσμηση του γραφείου ήταν υπερβολικά ανέμπνευστη, με μουντά χρώματα και απρόσωπα έπιπλα.