αναποτελεσματικότητα

ουσιαστικό

1. Έλλειψη θετικού, ωφέλιμου ή επιθυμητού αποτελέσματος· ιδιότητα του αναποτελεσματικού.

2. Αδυναμία επίτευξης συγκεκριμένου στόχου ή εκπλήρωσης σκοπού παρά την καταβολή προσπάθειας ή τη χρήση μέσων.

Συνώνυμα

ατελεσφορία αλυσιτέλεια ανωφέλεια ακαρπία ανεπάρκεια ματαιότητα αστοχία ανωφελότητα αποτυχία ανικανότητα αχρηστία δυσλειτουργία απροσφορότητα αδράνεια

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής οδήγησε σε μεγάλες καθυστερήσεις στην υλοποίηση του έργου.
  • Πολλοί οικονομολόγοι επέκριναν την αναποτελεσματικότητα των μέτρων λιτότητας.
  • Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του προσωπικού, η έλλειψη εξοπλισμού προκαλεί συχνά αναποτελεσματικότητα.
  • Η διοίκηση αποφάσισε να λάβει ριζικά μέτρα για την καταπολέμηση της παρατηρούμενης αναποτελεσματικότητας.