χρησιμότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή το χαρακτηριστικό τού να είναι κάτι χρήσιμο, η ικανότητα να εξυπηρετεί έναν σκοπό ή να αποφέρει πρακτικό όφελος.
2. (οικονομία) Ο βαθμός ικανοποίησης ή ευχαρίστησης που αντλεί ένα άτομο από την κατανάλωση ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας.
Συνώνυμα
ωφελιμότητα χρηστικότητα πρακτικότητα λειτουργικότητα ευχρηστία αποδοτικότητα όφελος αξία εξυπηρέτηση αποτελεσματικότητα βοήθεια συμφέρον κέρδος χρήση προσφορά
Αντώνυμα
αχρηστία ανωφέλεια ανωφελότητα περιττότητα ματαιότητα αναποτελεσματικότητα δυσλειτουργικότητα βλαπτικότητα ζημιά
Παραδείγματα χρήσης
- Η χρησιμότητα αυτού του εργαλείου στην κουζίνα αποδείχθηκε ανεκτίμητη.
- Πολλοί πολίτες αμφισβητούν τη χρησιμότητα των νέων μέτρων που εφαρμόστηκαν.
- Στη θεωρία της οικονομίας, η οριακή χρησιμότητα ενός προϊόντος τείνει να μειώνεται με την αύξηση της κατανάλωσης.
- Η χρησιμότητά της στην ομάδα ήταν καθοριστική για την ολοκλήρωση του έργου.