ωφελιμότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή το χαρακτηριστικό τού να είναι κάτι ωφέλιμο, να παρέχει πρακτική βοήθεια, θετικό αποτέλεσμα ή πλεονέκτημα.
Συνώνυμα
χρησιμότητα λυσιτέλεια επωφέλεια χρηστικότητα όφελος αποδοτικότητα αποτελεσματικότητα πλεονέκτημα αξία ανωφελότητα προσφορότητα καρποφορία σκοπιμότητα ευεργεσία
Αντώνυμα
ανωφελότητα ανωφέλεια αχρηστία αλυσιτέλεια επιζημιότητα βλαβερότητα ματαιότητα αναποτελεσματικότητα ζημιά βλάβη ασκοπία ακαρπία
Παραδείγματα χρήσης
- Η ωφελιμότητα του νέου μέτρου για τη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών αποδείχθηκε άμεση.
- Στην οικονομική επιστήμη αναλύεται εκτενώς η έννοια της οριακής ωφελιμότητας των καταναλωτικών αγαθών.
- Πολλοί ειδικοί αμφισβητούν την πρακτική ωφελιμότητα του συγκεκριμένου έργου υποδομής.
- Η κοινωνική ωφελιμότητα των εθελοντικών δράσεων είναι ανεκτίμητη για την τοπική κοινότητα.