αντικατάσταση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του να μπαίνει κάποιος ή κάτι στη θέση άλλου προσώπου ή πράγματος.
2. Η προσωρινή ή μόνιμη ανάληψη των καθηκόντων ή της θέσης κάποιου από άλλον.
Συνώνυμα
υποκατάσταση αναπλήρωση αλλαγή διαδοχή εναλλαγή ανταλλαγή ανανέωση μετάθεση τροποποίηση μεταλλαγή μετατόπιση ανακατάταξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αντικατάσταση του ελαττωματικού εξαρτήματος καλύπτεται πλήρως από την εγγύηση.
- Ζητήθηκε επειγόντως η αντικατάσταση του εκπαιδευτικού λόγω μακροχρόνιας αναρρωτικής άδειας.
- Μετά από χρόνια χρήσης, τα παλιά κουφώματα χρειάζονται άμεση αντικατάσταση.
- Η αντικατάσταση της παλιάς μεθόδου με τη νέα ψηφιακή διαδικασία βελτίωσε την αποδοτικότητα της ομάδας.