μετάθεση
ουσιαστικό1. Υπηρεσιακή μετακίνηση εργαζομένου ή στρατιωτικού σε άλλη θέση, μονάδα ή γεωγραφική περιοχή.
2. Χρονική μεταφορά της διεξαγωγής ενός γεγονότος ή μιας διαδικασίας σε μεταγενέστερη ημερομηνία.
Συνώνυμα
μετακίνηση αναβολή μετατόπιση μετάταξη απόσπαση μεταφορά αναδιάταξη επανατοποθέτηση αναστολή τοποθέτηση ανακατανομή αντιμετάθεση αλλαγή παράταση
Αντώνυμα
παραμονή επίσπευση μονιμοποίηση σταθεροποίηση ακινησία καθήλωση στασιμότητα πραγματοποίηση διεξαγωγή
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αξιωματικός υπέβαλε αίτηση για μετάθεση σε μονάδα κοντά στον τόπο κατοικίας του.
- Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών αποφασίστηκε η μετάθεση της συναυλίας για την επόμενη εβδομάδα.
- Οι καθηγητές περιμένουν με αγωνία την ανακοίνωση για τις φετινές μεταθέσεις.
- Η μετάθεση των επίπλων άλλαξε εντελώς τη λειτουργικότητα του σαλονιού.