απλοποιημένος

επίθετο

1. Που έχει γίνει απλός ή απλούστερος, απαλλαγμένος από περιττά, περίπλοκα ή δυσνόητα στοιχεία.

2. (Για διαδικασία, μέθοδο ή σύστημα) Που έχει οργανωθεί ώστε να εκτελείται ταχύτερα, ευκολότερα και με λιγότερη γραφειοκρατία.

Συνώνυμα

απλουστευμένος εξορθολογισμένος εκλαϊκευμένος αποσαφηνισμένος ξεκαθαρισμένος συνοπτικός συντετμημένος σχηματοποιημένος λιτός ευκολονόητος περιληπτικός συμπυκνωμένος ευέλικτος ελαφρυμένος απογυμνωμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το νέο εγχειρίδιο περιλαμβάνει μια απλοποιημένη εκδοχή των κανόνων λειτουργίας.
  • Ακολουθήθηκε ένα απλοποιημένο σύστημα υποβολής αιτήσεων για την ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών.
  • Ο καθηγητής παρουσίασε τη θεωρία με έναν απλοποιημένο τρόπο, ώστε να γίνει κατανοητή από όλους τους μαθητές.
  • Η εφαρμογή διαθέτει ένα απλοποιημένο περιβάλλον χρήσης, ιδανικό για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.