αφοσιωμένος
επίθετοΠου δείχνει σταθερή πίστη, προσήλωση και συνεχές ενδιαφέρον προς πρόσωπο, ιδέα ή έργο, προσφέροντας χρόνο, προσπάθεια ή θυσίες για την υποστήριξή του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι αφοσιωμένος στη δουλειά του και φτάνει νωρίς κάθε μέρα.
- Η Μαρία είναι αφοσιωμένη στη φροντίδα των παιδιών.
- Οι εθελοντές ήταν αφοσιωμένοι στην προσπάθεια ανακούφισης των πληγέντων.
- Αντί να εγκαταλείψει, έμεινε αφοσιωμένος στην προπόνησή του μέχρι να κερδίσει.
- Έχει ένα αφοσιωμένο κοινό που ακολουθεί κάθε νέα του δουλειά.