στρατευμένος

επίθετο

1. Αυτός που έχει καταταγεί στις ένοπλες δυνάμεις και υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία.

Συνώνυμα

ενταγμένος ταγμένος αφοσιωμένος κομματικοποιημένος επιστρατευμένος οργανωμένος πολιτικοποιημένος καταταγμένος δοσμένος προσηλωμένος κληρωτός ιδεολογικοποιημένος κατευθυνόμενος προπαγανδιστικός μαχητικός προσκολλημένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η στρατευμένη τέχνη του μεσοπολέμου εξέφρασε με δύναμη τους αγώνες της εργατικής τάξης.
  • Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ένας στρατευμένος διανοούμενος, πιστός στις αξίες της αριστεράς.
  • Όλοι οι στρατευμένοι νέοι της συγκεκριμένης κλάσης οφείλουν να παρουσιαστούν στα κέντρα εκπαίδευσης.
  • Αρνήθηκε να γράψει στρατευμένη ποίηση, επιμένοντας στην απόλυτη ελευθερία της δημιουργίας.