γκροτέσκος
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από έναν παράδοξο, παραμορφωμένο ή τερατώδη συνδυασμό του κωμικού με το τραγικό, το τρομακτικό ή το αποκρουστικό.
2. Υπερβολικά αλλόκοτος, εξωφρενικός ή γελοίος στην όψη, τη συμπεριφορά ή το περιεχόμενο.
Συνώνυμα
κωμικοτραγικός ιλαροτραγικός καρικατουρίστικος αλλόκοτος τερατόμορφος παραμορφωμένος εξωφρενικός τερατώδης παράδοξος αποκρουστικός γελοίος δύσμορφος εκκεντρικός γκρανγκινιολικός σουρεαλιστικός παράξενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το θεατρικό έργο παρουσίαζε μια γκροτέσκα εκδοχή της καθημερινής γραφειοκρατίας, όπου το γέλιο πάγωνε στα χείλη των θεατών.
- Ο ζωγράφος αποτύπωσε στον καμβά γκροτέσκες μορφές με παραμορφωμένα άκρα και εξωπραγματικές εκφράσεις.
- Η σκηνή του καβγά ανάμεσα στους πολιτικούς ήταν τόσο υπερβολική που κατέληξε να μοιάζει απόλυτα γκροτέσκα.
- Στους τοίχους της παλιάς έπαυλης υπήρχαν γκροτέσκα ανάγλυφα εμπνευσμένα από τη μυθολογία.