διαβεβαιωμένος
επίθετο1. Αυτός που έχει λάβει κατηγορηματική υπόσχεση, επιβεβαίωση ή εγγύηση και αισθάνεται πλήρη βεβαιότητα· καθησυχασμένος, πεπεισμένος.
Συνώνυμα
βέβαιος σίγουρος πεπεισμένος επιβεβαιωμένος εγγυημένος καθησυχασμένος εξασφαλισμένος κατοχυρωμένος πιστοποιημένος επισφραγισμένος διαπιστωμένος εξακριβωμένος δεδομένος ασφαλής αδιαμφισβήτητος
Αντώνυμα
αβέβαιος ανεπιβεβαίωτος αμφίβολος ανασφαλής αδιασταύρωτος αναπόδεικτος δύσπιστος επιφυλακτικός επισφαλής μετέωρος
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν πλήρως διαβεβαιωμένος από τη διοίκηση ότι η θέση εργασίας του δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο.
- Παρά το γεγονός ότι ήταν διαβεβαιωμένη για την ορθότητα των στοιχείων, ζήτησε να γίνει και δεύτερος έλεγχος.
- Με διαβεβαιωμένη την οικονομική στήριξη από το κράτος, ο οργανισμός ξεκίνησε την υλοποίηση του έργου.
- Οι επενδυτές εμφανίστηκαν διαβεβαιωμένοι μετά τις εξαγγελίες του υπουργού Οικονομικών.