διαβεβαιωμένος

επίθετο

1. Αυτός που έχει λάβει κατηγορηματική υπόσχεση, επιβεβαίωση ή εγγύηση και αισθάνεται πλήρη βεβαιότητα· καθησυχασμένος, πεπεισμένος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήταν πλήρως διαβεβαιωμένος από τη διοίκηση ότι η θέση εργασίας του δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο.
  • Παρά το γεγονός ότι ήταν διαβεβαιωμένη για την ορθότητα των στοιχείων, ζήτησε να γίνει και δεύτερος έλεγχος.
  • Με διαβεβαιωμένη την οικονομική στήριξη από το κράτος, ο οργανισμός ξεκίνησε την υλοποίηση του έργου.
  • Οι επενδυτές εμφανίστηκαν διαβεβαιωμένοι μετά τις εξαγγελίες του υπουργού Οικονομικών.