εθελοντισμός
ουσιαστικό1. Η αυτόβουλη, συνειδητή και ανιδιοτελής προσφορά εργασίας, χρόνου ή υπηρεσιών προς όφελος του κοινωνικού συνόλου ή συγκεκριμένων ατόμων χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.
Συνώνυμα
προσφορά ανιδιοτέλεια αλτρουισμός αλληλεγγύη φιλανθρωπία φιλαλληλία αφιλοκέρδεια δοτικότητα αρωγή συμπαράσταση αλληλοβοήθεια εθελοθυσία ευεργεσία ευποιία κοινωφελισμός
Αντώνυμα
καταναγκασμός εξαναγκασμός αγγαρεία υποχρέωση ιδιοτέλεια επίταξη ωφελιμισμός επιστράτευση αδιαφορία εγωισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εθελοντισμός αποτελεί θεμέλιο λίθο για τη λειτουργία πολλών κοινωφελών οργανώσεων.
- Με την ενεργό συμμετοχή των νέων στον εθελοντισμό, καλλιεργείται η ενσυναίσθηση και η κοινωνική ευθύνη.
- Οι πρόσφατες φυσικές καταστροφές ανέδειξαν για άλλη μια φορά την τεράστια δύναμη του εθελοντισμού.
- Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο εθελοντισμός συνέβαλε καθοριστικά στην ομαλή διεξαγωγή των αθλημάτων.