εκτείνω

ρήμα

1. Απλώνω ή τεντώνω κάτι σε όλο του το μήκος ή πλάτος.

2. Διευρύνω τα όρια, την εμβέλεια, τη διάρκεια ή το πεδίο εφαρμογής ενός πράγματος.

3. Καλύπτω ορισμένη έκταση στον χώρο ή στον χρόνο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

μαζεύω συμπτύσσω συστέλλω συρρικνώνω μικραίνω περιορίζω συντέμνω κονταίνω διπλώνω περιστέλλω συμπυκνώνω

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γυμναστής μάς ζήτησε να εκτείνουμε τα χέρια στο πλάι στο ύψος των ώμων.
  • Η εταιρεία αποφάσισε να εκτείνει τις δραστηριότητές της και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
  • Το υπουργείο σχεδιάζει να εκτείνει την περίοδο υποβολής των φορολογικών δηλώσεων.
  • Ο συγγραφέας θέλησε να εκτείνει την ανάλυσή του σε ιστορικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής.