ενοχοποιούμαι
ρήμα1. Θεωρούμαι, υποδεικνύομαι ή καταγγέλλομαι ως ένοχος ή συμμέτοχος σε αξιόποινη, επιλήψιμη ή παράνομη πράξη βάσει στοιχείων.
2. Θεωρούμαι ή επισημαίνομαι ως η αιτία ή ο υπεύθυνος παράγοντας για την πρόκληση μιας αρνητικής κατάστασης ή βλάβης.
Συνώνυμα
κατηγορούμαι εμπλέκομαι επιβαρύνομαι μπλέκομαι στοχοποιούμαι καταγγέλλομαι συγκατηγορούμαι αυτοενοχοποιούμαι αυτοκατηγορούμαι διαβάλλομαι συκοφαντούμαι εκτίθεμαι κατακρίνομαι καταδικάζομαι ψέγομαι
Αντώνυμα
αθωώνομαι απαλλάσσομαι αποενοχοποιούμαι εξαγνίζομαι δικαιώνομαι αποκαθίσταμαι αμνηστεύομαι συγχωρούμαι αποσυνδέομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Με βάση τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στον χώρο, ενοχοποιείται άμεσα ο βασικός ύποπτος.
- Στην ιατρική έρευνα, το χρόνιο στρες ενοχοποιείται για πλήθος σωματικών παθήσεων.
- Δεν αντέχω άλλο να ενοχοποιούμαι για παραλείψεις που δεν ήταν δική μου ευθύνη.
- Κάθε φορά που προκύπτει κάποιο πρόβλημα στην οικογένεια, ενοχοποιείσαι χωρίς λόγο και γεμίζεις τύψεις.